Και κάτι που πρέπει να θυμόμαστε...

"Γνους πράττε".

Πιττακός ο Μυτιληναίος, 650-570 π.Χ., ένας από τους 7 σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας

μτφρ: Να ενεργείς έχοντας γνώση.







Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

«Συνέντευξη από τον παππού μου»

Δημοσιογράφος: Γεια σου, παππού! Θα ήθελα να σου πάρω μια συνέντευξη για την παλιά και την καινούρια ζωή.
Παππούς: Εντάξει παιδί μου. Σε ακούω.
Δημοσιογράφος: Λοιπόν, πώς ήταν η καθημερινή ζωή στη Φρουσιούνα;
Παππούς: Είμαι 79 χρονών. Η ζωή πριν από τόσα χρόνια ήταν πολύ δύσκολη. Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε στο σχολείο που λειτουργούσε από τη Δευτέρα έως το Σάββατο πρωί ή απόγευμα. Στον ελεύθερό μας χρόνο διαβάζαμε για το σχολείο και πηγαίναμε στα ζώα. Οι άντρες πήγαιναν να αγοράσουν χρήσιμα πράγματα όπως καρφιά, πέταλα κ.α. Τα βράδια μαζεύονταν στα ταβερνάκια για κρασί και τραγουδούσαν. Οι γυναίκες έμεναν στο σπίτι. Πότιζαν τους κήπους με το λιγοστό νερό που υπήρχε και το φρόντιζαν. Όσο για το φαγητό, τρώγαμε τραχανά, χυλοπίτες, αγριόχορτα που μαζεύαμε μόνοι μας, τυρί που φτιάχναμε μόνοι μας και σπάνια κρέας. 
Δημοσιογράφος: Θα μπορούσες να μου πεις για τις συνήθειες στο χωριό;

Παππούς: Από τον Απρίλη ως τον Οκτώβρη μέναμε στα βουνά γιατί είχε δροσιά. Την Άνοιξη σπέρναμε αραποσίτια και λίγα κηπευτικά και κουρεύαμε τα πρόβατα. Οι γυναίκες καθάριζαν τα μαλλιά και στη συνέχεια γνέθανε και υφαίνανε. Από τις 10 Ιουνίου έως τις 15 Αυγούστου θερίζαμε και αλωνίζαμε. Τον χειμώνα κατεβαίναμε στα πεδινά, στα χειμαδιά όπως λέγονταν και όταν περνούσε ο χειμώνας επιστρέφαμε.
Δημοσιογράφος: Πώς περνάς τον ελεύθερό σου χρόνο σήμερα;
Παππούς: Σήμερα καλλιεργώ τα χωράφια και όταν έχω ελεύθερο χρόνο βλέπω τηλεόραση ή ξεκουράζομαι στην αυλή του σπιτιού.
Δημοσιογράφος: Τι σου αρέσει στην πόλη και τι όχι;
Παππούς: Η πόλη δε μου αρέσει. Έχει φασαρία και κουράζομαι σε αντίθεση με το χωριό που όλα είναι ήσυχα, γνωρίζεσαι με όλους και περνάς καλά.
Δημοσιογράφος: Θα ήθελες να αλλάξεις κάτι;
Παππούς: Θα ήθελα να ζουν οι άνθρωποι καλύτερα χωρίς φτώχεια και πείνα, για να μην ξαναγίνει η ζωή δύσκολη όπως στα χρόνια τα δικά μας.
Δημοσιογράφος: Τι διαφορετικό υπάρχει σήμερα στο χωριό που δεν υπήρχε παλιά;
Παππούς: Το χωριό ομόρφυνε και οι κάτοικοι ξαναγύρισαν. Τα σπίτια ανακαινίστηκαν και εξοπλίστηκαν με όλες τις οικιακές συσκευές. Οι άνθρωποι δεν πλένουν τα ρούχα στο ποτάμι και δε γεμίζουν μπουκάλια με νερό απ’ το ποτάμι όπως παλιά. Το χωριό απέκτησε τηλεφωνικό δίκτυο ακόμη και ίντερνετ. Το πράσινο αυξήθηκε αφού τα κοπάδια μειώθηκαν και δεν τρώνε τις ιδιοκτησίες. Η ζωή έγινε ευκολότερη.
Δημοσιογράφος: Παππού, θυμάσαι γεγονότα και στιγμές από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο;
Παππούς: Το 1942 ήρθαν οι Γερμανοί και έκαψαν το μισό χωριό. Εμείς κρυβόμασταν σε τρύπες στο βουνό για να προστατευτούμε. Η ζωή ήταν άσχημη και η φτώχεια μεγαλύτερη. Οι Γερμανοί πήραν τα ζώα και τα τρόφιμα και οι συνθήκες ήταν δύσκολες. Το σχολείο, που είχε σταματήσει απ’ το 1940 και μετά, λειτούργησε το 1945. Όμως αρκετά παιδιά το σταμάτησαν για να βοηθήσουν τους γονείς τους.
Δημοσιογράφος: Παππού, ξέχασα να σε ρωτήσω, ποια επαγγέλματα υπήρχαν τότε στο χωριό;
Παππούς: Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, ενώ υπήρχε ένας πεταλωτής, τρεις μυλωνάδες, σιδεράς και δυο-τρεις έμποροι που είχαν ταβερνάκια με μικροπράγματα. Σπάνια γινόταν και κανένας δημόσιος υπάλληλος ή δάσκαλος.
Δημοσιογράφος: Ευχαριστώ, παππού, για τη συνέντευξη που μου παραχώρησες.

         Παναγιώτα Κακ. –Τάξη Στ`

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου